Με μια τεκμηριωμένη επιστολή, ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Χίου, κ. Παντελεήμων Λεγάτος, παρεμβαίνει προς τα αρμόδια Υπουργεία ζητώντας την παράταση της υποχρεωτικής εφαρμογής της Β’ φάσης του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής.
Το Επιμελητήριο μεταφέρει την έντονη ανησυχία του επιχειρηματικού κόσμου του νησιού, επισημαίνοντας ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός, αν και αναγκαίος, δεν μπορεί να γίνει εις βάρος της βιωσιμότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που αδυνατούν να ακολουθήσουν τους τρέχοντες ρυθμούς.
Η επιστολή αναδεικνύει τις αντικειμενικές δυσκολίες που καθιστούν την άμεση εφαρμογή του μέτρου προβληματική:
- Τεχνικά κενά: Σημαντικές καθυστερήσεις από την πλευρά των εταιρειών λογισμικού στην αναβάθμιση των εμπορικών εφαρμογών.
- Οικονομικό βάρος: Το κόστος προμήθειας νέων συστημάτων και η τεχνική προσαρμογή επιβαρύνουν δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις.
- Έλλειμμα εκπαίδευσης: Το ανθρώπινο δυναμικό των επιχειρήσεων δεν έχει λάβει την απαραίτητη ενημέρωση για τον χειρισμό των νέων ψηφιακών εργαλείων διακίνησης.
- Νησιωτικότητα: Η περιορισμένη διαθεσιμότητα τεχνικών παρόχων στο νησί και τα ζητήματα συνδεσιμότητας δυσχεραίνουν την άμεση ανταπόκριση στις απαιτήσεις της ΑΑΔΕ.
Το Αίτημα: Παράταση έως το τέλος του 2026
Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω δυσκολίες, το Επιμελητήριο Χίου αιτείται επίσημα:
Τη χορήγηση εύλογης παράτασης στην υποχρεωτική εφαρμογή της Β’ φάσης έως τις 31/12/2026.
Σύμφωνα με τον κ. Λεγάτο, η παράταση αυτή είναι απαραίτητη ώστε η μετάβαση να γίνει με ασφάλεια, χωρίς τεχνικές δυσλειτουργίες στην εφοδιαστική αλυσίδα του νησιού και, κυρίως, χωρίς την επιβολή εξοντωτικών κυρώσεων που θα απειλούσαν τη βιωσιμότητα των τοπικών επιχειρήσεων.
«Ο ψηφιακός μετασχηματισμός πρέπει να είναι εργαλείο ανάπτυξης και όχι αιτία επιχειρηματικής ασφυξίας. Ζητάμε τον απαραίτητο χρόνο ώστε οι επιχειρήσεις της Χίου να ολοκληρώσουν την προσαρμογή τους με πληρότητα και χωρίς τον φόβο προστίμων».
Το Επιμελητήριο Χίου θέτει το ζήτημα της νησιωτικής ιδιαιτερότητας στον πυρήνα της ψηφιακής μετάβασης. Η Πολιτεία καλείται να αναγνωρίσει ότι η ταχύτητα του ψηφιακού κράτους πρέπει να συμβαδίζει με την πραγματική ικανότητα της αγοράς να ανταποκριθεί, ειδικά σε παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές.