Άρθρο του Κωνσταντίνου Δαμίγου, Προέδρου του ΒΕΑ, στην εφημερίδα Real News, 25 Ιανουαρίου 2026
Το υψηλό ενεργειακό κόστος που εξακολουθεί να πιέζει τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν είναι πλέον μια συγκυριακή δυσκολία. Έχει μετατραπεί σε μόνιμο παράγοντα αποσταθεροποίησης για την Βιοτεχνία περιορίζοντας δραστικά τη ρευστότητα και εξαντλώντας το όριο αντοχής χιλιάδων επαγγελματιών. Σε αυτό το περιβάλλον, στο οποίο το λειτουργικό κόστος παραμένει αυξημένο και η ακρίβεια διαβρώνει τόσο την κατανάλωση όσο και τα εισοδήματα, είναι αδύνατον να συζητούμε για οφειλές και ρυθμίσεις αποκομμένες από την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Η ενεργειακή κρίση άλλωστε δεν ήρθε σε κενό χρόνο. Προηγήθηκε η πανδημία, με τα παρατεταμένα Lockdowns, την απώλεια τζίρου και τη συσσώρευση υποχρεώσεων που μεταφέρθηκαν στο μέλλον. Για τους βιοτέχνες και τους αυτοαπασχολούμενους τα τελευταία δώδεκα χρόνια ήταν μια διαρκής δοκιμασία αντοχών: οικονομική κρίση, υγειονομική κρίς, ενεργειακή κρίση. Κι όμως η πολιτεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές σαν να πρόκειται για ένα πρόβλημα περιορισμένης έκτασης, που μπορεί να λυθεί με στενά και ανελαστικά σχήματα ρύθμισης.
Τα στοιχεία των αρμοδίων φορέων δείχνουν ότι παρά τις αυξημένες εισπράξεις, το συνολικό χρέος προς τον e-ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ συνεχίζει να διογκώνεται. Ο βασικός λόγος δεν είναι η αδράνεια των επαγγελματιών, αλλά το γεγονός ότι οι υφιστάμενες ρυθμίσεις των 24 ή των 48 δόσεων δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητές τους. Το αποτέλεσμα είναι η μαζική απώλεια ρυθμίσεων και η επιστροφή των οφειλών σε καθεστώς ληξιπρόθεσμο, επιβαρυμένο με υψηλούς τόκους και προσαυξήσεις.
Ως Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας μεταφέρουμε καθημερινά την εικόνα της αγοράς. Επιχειρήσεις που θέλουν να παραμείνουν συνεπείς, αλλά δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε δόσεις που δεν λαμβάνουν υπόψιν ούτε το ενεργειακό κόστος ούτε τη μειωμένη ρευστότητα. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το ισχύον πλαίσιο δεν λειτουργεί. Το αποδεικνύουν τα ίδια τα επίσημα στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά επιμένει σε λύσεις που έχουν ήδη αποτύχει στην πράξη.
Η ανάγκη για μια νέα ρύθμιση οφειλών σε έως 120 δόσεις είναι επομένων ζήτημα ρεαλισμού και όχι πολιτικής ευκολίας. Μια τέτοια ρύθμιση με σαφή κριτήρια και προσαρμογή στο προφίλ κάθε οφειλέτη, μπορεί να εξασφαλίσει βιώσιμες δόσεις, να συγκρατήσει την απώλεια ρυθμίσεων και να αυξήσει ουσιαστικά τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων και του Δημοσίου. Παράλληλα αποτρέπει την απώλεια ασφαλιστικής ικανότητας για δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες, η οποία οδηγεί σε κοινωνικό αποκλεισμό και επιβαρύνει περεταίρω τις δημόσιες δομές υγείας.
Η κυβέρνηση καλείται να αντιληφθεί ότι η πραγματική οικονομία δεν αντέχει άλλες αναβολές. Αν το υψηλό ενεργειακό κόστος και οι συνέπειες της πανδημίας αγνοηθούν στο σχεδιασμό της πολιτικής, οι οφειλές θα συνεχίσουν να διογκώνονται και οι βιώσιμε επιχειρήσεις να συρρικνώνονται. Μια ρύθμιση έως 120 δόσεις δεν προστατεύει τους κακοπληρωτές, προστατεύει τη Βιοτεχνία, την απασχόληση και τελικά το ίδιο το δημόσιο συμφέρον.

































